αμειδίαστος

αμειδίαστος
ος , ον мрачный, угрюмый, неулыбающийся

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αμειδίαστος" в других словарях:

  • αμειδίαστος — η, ο επίρρ. α σκυθρωπός, αγέλαστος: Ήταν άνθρωπος στυφός, αμειδίαστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμειδίαστος — η, ο [μειδιῶ] αυτός που δεν χαμογελά ή δεν χαμογέλασε, κατηφής, σκυθρωπός, αγέλαστος …   Dictionary of Greek

  • αμείδητος — ἀμείδητος, ον (Α) [μειδιῶ] αμειδίαστος, σκυθρωπός, σκοτεινός …   Dictionary of Greek

  • αμειδής — ἀμειδής, ές (Α) [μειδιῶ] αμειδίαστος, αγέλαστος, σκυθρωπός …   Dictionary of Greek

  • αμειδίατος — ἀμειδίατος, ον (Α) [μειδιῶ] αμειδίαστος, σκυθρωπός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»